Διαδρομές εξορμήσεις

1η: Άνω θόλος - Πρασινάδα - Καταρράκτης Αγίας Βαρβάρας - Εξωκλήσι Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

1η:  Άνω θόλος - Πρασινάδα - Καταρράκτης Αγίας Βαρβάρας - Εξωκλήσι Κοιμήσεως της Θεοτόκου.Άνω Θόλος ο πρώτος σταθμός σ' αυτή την πρώτη διαδρομή μας. Σημάδι μας, για να μην μπερδέψουμε τη διασταύρωση που μας οδηγεί εκεί, το πάλαι ποτέ εργοστάσιο της «Πορσέλ», πέντε χιλιόμετρα από το Παρανέστι. Στρίβουμε δεξιά και μετά από μια σύντομη ανάβαση φτάνουμε στον οικισμό που βρίσκεται σε υψόμετρο 320 μέτρων. Είναι χτισμένος σε μια ομαλή πλαγιά με θέα προς τη Δύση. Εκτός από μερικούς κτηνοτρόφους, άλλοι κάτοικοι δεν ζουν πια στο χωριό. Αγελάδες κυκλοφορούν ελεύθερες παντού. Μόνο ο περίβολος της εκκλησίας τους είναι απαγορευμένος...


 Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική των πετρόχτιστων σπιτιών μας εντυπωσιάζει. Μερικά από αυτά, όπως βέβαια και η απλοχεριά των κατοίκων, εξακολουθούν να μαρτυρούν πατροπαράδοτη αρχοντιά!
 Ξαναγυρίζουμε στον κεντρικό δρόμο. Μετά από ένα περίπου χιλιόμετρο διαβαίνουμε τη σιδερένια γέφυρα του Αρκουδορέματος και προσπερνούμε την αριστερή διασταύρωση που οδηγεί στο Φράγμα της Πλατανόβρυσης και τα Θερμιά.
 
Το Αρκουδόρεμα, αυτή η αρχέγονη φλέβα της ιστορίας, κυλά τώρα δεξιά μας. Κινούμαστε σε κατεύθυνση Βορειανατολική και με φορά αντίθετη προς εκείνη της ροής του Αρκουδορέματος. Ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος του επαρχιακού οδικού δικτύου κατευθύνεται προς στους οικισμούς της Σίλλης και της Πρασινάδα.


Η Πρασινάδα, ο δεύτερος σταθμός μας, είναι οικισμός σε υψόμετρο 680 μέτρων. Απέχει από το Παρανέστι δεκαεννέα χιλιόμετρα. Τα τελευταία έξι από αυτά, ίσως τα πιο ανηφορικά, είναι μετά το σημείο που ο δρόμος διακλαδίζεται και η αριστερή ασφαλτοστρωμένη διακλάδωση ανεβαίνει προς την Πρασινάδα, ενώ η δεξιά, η χωμάτινη, συνεχίζει με κατεύθυνση ανατολική. Από το ύψος του οικισμού αγναντεύουμε ένα τοπίο άγριας ομορφιάς. Η βλάστηση την άνοιξη οργιάζει. Η θέα γίνεται ακόμη εντυπωσιακότερη από τον περίβολο της νεότευκτης Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, που χτίστηκε, καθώς λέγεται, στη θέση παλιότερου Βυζαντινού μοναστηριού. Στην Πρασινάδα το ασφαλτοστρωμένο επαρχιακό δίκτυο τελειώνει. Οι οδηγοί συμβατικών αυτοκινήτων καλό είναι να γνωρίζουν ότι το δίκτυο των δασικών χωματόδρομων που κατευθύνεται από εδώ προς Βορρά (προς το δασικό εργοτάξιο της Στάμνας) προσφέρεται, κατά προτίμηση, για τετρακίνητα οχήματα.
 
Επιστρέφουμε στη διασταύρωση του ασφαλτοστρωμένου δρόμου με το χωματόδρομο. Παίρνουμε το χωματόδρομο οδηγώντας και πάλι παράλληλα προς το Αρκουδόρεμα, το οποίο ελίσσεται ανάμεσα από χαραδρώσεις λίγα μέτρα χαμηλότερα συνοδεύοντάς μας με τον ήχο της ροής του. Κατευθυνόμαστε τώρα προς τον οικισμό των Διποτάμων. Η διαδρομή είναι μαγευτική: επιβλητικά βραχώδη συμπλέγματα σμιλεμένα από τις διαιώνιες ροές των υδάτων μας παρακολουθούν γυμνά ή ντυμένα με τους μεταβαλλόμενους χρωματισμούς μιας οργιαστικής βλάστησης, την οποία συνθέτουν μεσέδες (Βαλανιδιές), σφεντάμια, γαύροι, μελιάρια και κρανιές.


Μετά από μερικά χιλιόμετρα, σε κάποιο σημείο που το ανάγλυφο της κοιλάδας ομαλοποιείται, συναντούμε πινακίδα του Δασαρχείου, η οποία μας πληροφορεί ότι ο πρώτος καταρράκτης της περιοχής βρίσκεται σε απόσταση εξακοσίων μέτρων. Αφήνουμε το αυτοκίνητο και πεζοπορούμε μέχρι την κοίτη του ρέματος, όπου το Δασαρχείο Δράμας έχει εγκαταστήσει ένα ξύλινο κιόσκι.
 
Μια μικρή σιδερένια γέφυρα συνδέει εδώ τις δυο όχθες του ρέματος. Τη διασχίζουμε και συνεχίζουμε το δρόμο μας για τριακόσια ακόμη μέτρα ακολουθώντας ένα ευκολοβάδιστο μονοπάτι που πλαισιώνεται σε όλο το μήκος του από διάφορα δέντρα (μεσέδες, αγριοκερασιές, οστριές, καρυδιές). Ερείπια, ξερολιθιές και άλλα απομεινάρια ανθρώπινων κατασκευών παρακολουθούν πνιγμένα στο πράσινο το κάθε μας βήμα. Καθώς πλησιάζουμε στον προορισμό μας, το μονοπάτι γίνεται κατηφορικό, ώσπου, στο τέλος, βρισκόμαστε μπροστά στον πανέμορφο καταρράκτη της Αγίας Βαρβάρας. Δεν είναι ιδιαίτερα ψηλός, είναι όμως αληθινά εντυπωσιακός, καθώς σχηματίζει μπροστά του μια μικρή λίμνη περικυκλωμένη από σκλήθρα και ιτιές. Μια πραγματική όαση!
 
Για την επιστροφή μας στο Παρανέστι μπορούμε να ακολουθήσουμε αντίστροφα την ίδια διαδρομή. Αν όμως αγαπούμε την περιπέτεια και διαθέτουμε τετρακίνητο όχημα, έχουμε και μια εναλλακτική, περισσότερο συναρπαστική, επιλογή. Να συνεχίσουμε για δύο ακόμη χιλιόμετρα προς την κατεύθυνση των Διποτάμων και να στρίψουμε δεξιά στη διασταύρωση που θα μας υποδείξει μια χειρόγραφη σήμανση. Η κατεύθυνση μας είναι τώρα νοτιοανατολική. Περνάμε το Αρκουδόρεμα και ανηφορίζουμε προς τον ερειπωμένο οικισμό Ποταμάκια. Η διαδρομή μας είναι παράλληλη προς το ρέμα της Ντάλιας (εναλλακτικά γνωστό και ως ρέμα της Αγίας Βαρβάρας) που τα νερά του σχηματίζουν τον ομώνυμο καταρράκτη λίγο πριν από την έξοδο τους στο Αρκουδόρεμα.


Συνεχίζουμε την πορεία μας με τον ίδιο προσανατολισμό και μετά από πέντε χιλιόμετρα φτάνουμε στο εξωκλήσι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Εδώ κάθε χρόνο, τον Δεκαπενταύγουστο, γίνεται γλέντι τρικούβερτο από τους παλιούς κατοίκους της περιοχής και τους απογόνους τους, που ανταμώνουν εκεί από την παραμονή.


Από εκεί εξακολουθούμε το δρόμο μας και ύστερα από μια περιπετειώδη διαδρομή δεκαεννέα χιλιομέτρων (χωρίς σήμανση) φτάνουμε στη ανατολική έξοδο του Άνω θόλου.
Προσπερνάμε τον οικισμό και μετά από τέσσερα ακόμη χιλιόμετρα μπαίνουμε στο Παρανέστι.


2η: Διπόταμα - Τραχώνι - Καταρράκτης Τραχωνίου - Φάρμα Αυγητίδη - Γεφύρι Παλιού Φυλακίου

2η: Διπόταμα - Τραχώνι - Καταρράκτης Τραχωνίου - Φάρμα Αυγητίδη - Γεφύρι Παλιού ΦυλακίουΑκολουθούμε την ίδια διαδρομή μέχρι τον καταρράκτη της Αγίας Βαρβάρας και φθάνουμε μετά από τρία χιλιόμετρα στη συμβολή των ρεμάτων Τσουκάλι και Αρκουδόρεμα.
Τα χαλάσματα των σπιτιών που βλέπουμε στο σημείο αυτό (υψόμετρο 640 μέτρα) είναι απομεινάρια ενος εγκαταλελειμμένου σήμερα συνοικισμού της κοινότητας των Διποτάμων.


Με οδηγό μας τη σήμανση παίρνουμε τον δρόμο για τον οικισμό του Τραχωνίου. Διασχίζουμε το Αρκουδόρεμα και φτάνουμε, ύστερα από μερικές εκατοντάδες μέτρα, στο πρώτο μονότοξο γεφύρι, το οποίο θεωρείται πως είναι το μεγαλύτερο του είδους του στην Ανατολική Μακεδονία. Βρίσκεται ανάμεσα σε σκλήθρα και ιτιές που παρακολουθούν κατά πόδας την πορεία του ρέματος.
Συνεχίζουμε τη διαδρομή μας ανάμεσα σε Βελανιδιές, οστριές, κερασιές και καστανιές. Ο χωματόδρομος είναι ιδιαίτερα ελικοειδής και ανηφορικός, δύσβατος για συμβατικά αυτοκίνητα ακόμη και το καλοκαίρι.
 
Πίσω από την κορυφή του βουνού στο οποίο σκαρφαλώνουμε κουρνιάζει το Τραχώνι. Τα σπίτια που απομένουν όρθια είναι πλέον λιγοστά, μαρτυρούν όμως ότι ο οικισμός γνώρισε στο παρελθόν καλύτερες μέρες. Το 1940 το Τραχώνι είχε 540 κατοίκους! Από την έξοδο του χωριού ξεκινά ένα μονοπάτι με ανατολική κατεύθυνση που οδηγεί σε ένα από τα πολλά γεφύρια της περιοχής. Ο δασικοί δρόμος μετά από εφτά ακόμη χιλιόμετρα και κατεύθυνση νοτιοανατολική μας φέρνει σε απόσταση τριακοσίων μέτρων από τον μνημειακό καταρράκτη του Τραχωνίου (γνωστό και ως καταρράκτη του Λειβαδίτη).


Για να φτάσουμε στον καταρράκτη, θα χρειαστεί να πεζοπορήσουμε σε ένα ήπιο μονοπάτι πνιγμένο στις οξιές, τα σφεντάμια, τους φράξους και τις φλαμουριές. Το θέαμα που αντικρίζουμε φτάνοντας στο τέλος της διαδρομής μας αποζημιώνει πλουσιοπάροχα. Το νερό πέφτοντας με ορμή από ύψος σαράντα μέτρων προκαλεί αισθήματα δέους ανάλογα με εκείνα που γεννά μέσα μας κάθε επιβλητικό φυσικό φαινόμενο. Η διαμόρφωση του χώρου μάς προσφέρει τη δυνατότητα να θαυμάσουμε τον καταρράκτη από θέση και απόσταση που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ιδανικές. Κατά τους χειμερινούς μήνες τα νερά του καταρράκτη παγώνουν δημιουργώντας ένα τεράστιο κρυστάλλινο γλυπτό! Πρόκειται όντως για ένα από τα ωραιότερα τοπία της Δράμας!
 
Εφόσον διαθέτουμε τετρακίνητο όχημα, επιλέγουμε η επιστροφή μας να είναι και πάλι περιπετειώδης... Κατηφορίζουμε το ύψωμα του Τραχωνίου από μια διακλάδωση του δρόμου που φεύγει προς τα δεξιά και διασχίζουμε το Αρκουδόρεμα από ένα τσιμεντένιο πέρασμα που βρίσκεται κατά τι ανατολικότερα από εκείνο που περάσαμε στον ερχομό μας. Μετά από δύο πάνω κάτω χιλιόμετρα φτάνουμε στην κτηνοτροφική μονάδα του Αυγητίδη. Μπορούμε, αν θέλουμε, να κάνουμε μια στάση εδώ για να δούμε τα ζώα, από τα οποία τα πιο εντυπωσιακά είναι βέβαια τα «ημιάγρια» αγριογούρουνα. Κουβεντούλα και καφές. Η απόλαυση της εγκάρδιας επικοινωνίας Τριακόσια μέτρα μετά τη φάρμα του Αυγητίδη σταματάμε ξανά. Βγαίνουμε από το αυτοκίνητο και βαδίζουμε ακολουθώντας το μονοπάτι. Φτάνουμε σε ένα κιόσκι του Δασαρχείου Δράμας με σπουδαία θέα προς το βάθος της κοιλάδας του Αρκουδορέματος. Προχωρούμε άλλα εφτακόσια μέτρα. Η διαδρομή είναι ομαλά κατηφορική και ξεκούραστη, δίπλα από εκπληκτικούς βραχώδεις σχηματισμούς, αληθινές γλυπτικές δημιουργίες της Φύσης.
 
Σε δεκαπέντε περίπου λεπτά φτάνουμε σε ένα πέρασμα που μοιάζει να είναι λαξευμένο στο βράχο και λίγο χαμηλότερα αποκαλύπτεται στα μάτια μας ένα από τα ωραιότερα γεφύρια της περιοχής. Είναι το γεφύρι του Παλιού Φυλακίου. Μονότοξο, όπως όλα τα υπόλοιπα, ξεχωρίζει από τα άλλα για τη στιβαρότητα και την τελειότητα της κατασκευής του.


Από κάτω του ρέει το Αρκουδόρεμα σχηματίζοντας μικρές λίμνες ανάμεσα στους λείους βράχους.
Και αυτό το γεφύρι συνέδεε παλιότερα τους οικισμούς Τραχωνίου και Διποτάμων.
Επιστρέφουμε στο αυτοκίνητο και συνεχίζουμε το δρόμο μας, ώσπου να φτάσουμε ξανά στο σημείο που συμβάλλουν το Αρκουδόρεμα με το Τσουκάλι... Το Παρανέστι μάς περιμένει στην άκρη της γνωστής μας διαδρομής.


3η: Καταρράκτης Λεπίδα - Καταρράκτης Σκοτεινού ρέματος - Μεγάλο Λιβάδι

3η: Καταρράκτης Λεπίδα - Καταρράκτης Σκοτεινού ρέματος - Μεγάλο ΛιβάδιΑπό το Παρανέστι ακολουθώντας τη διαδρομή της προηγούμενης μέρας φτάνουμε πάλι στα Διπόταμα. Μετά από τέσσερα χιλιόμετρα σε δασικό δρόμο καλής βατότητος με κατεύθυνση Βορειοανατολική σταματούμε εκεί που αρχίζει το μονοπάτι που οδηγεί στον καταρράκτη του Λεπίδα.

Το μονοπάτι, διαμορφωμένο κατάλληλα, κατηφορίζει  ανάμεσα από οξιές και βελανιδιές, ενώ τα χαμηλότερα τμήματά του περιβάλλονται από σφεντάμια, φτελιές και φλαμουριές που προσφέρουν, ανάλογα με την εποχή, σκιά, άρωμα ή χρώμα. Αν η διαδρομή είναι συναρπαστική, το θέαμα του καταρράκτη, που ο ήχος του ακούγεται από ψηλά, είναι μια εκπληκτική οπτική εμπειρία. Τα νερά πέφτουν από ύψος τριάντα περίπου μέτρων και η κλιμακωτή διάταξη των βράχων δημιουργεί κατά την πτώση τους εντυπωσιακά εφέ.
Η Φύση σε στιγμές μεγάλης έμπνευσης μας κόβει κυριολεκτικά την ανάσα!
Ένα ακόμη χιλιόμετρο στον ίδιο χωματόδρομο και άλλα τριακόσια μέτρα πεζοπορίας θα μας φέρουν σε ένα δεύτερο καταρράκτη, πολύ μικρότερο, αλλά επίσης θεαματικό.

Η πρόσβαση στον καταρράκτη αυτόν, που τον σχηματίζουν τα νερά του ίδιου ρέματος όπως και εκείνον του Λεπίδα (Τσουκάλι ρέμα), είναι δυσκολότερη, γιατί το μονοπάτι καταλήγει σε σάρρες που απαιτούν, για να τις κατεβούμε, μεγάλη προσοχή. Τρία χιλιόμετρα από τον μικρό καταρράκτη βρίσκεται το δασικό εργοτάξιο του Λεπίδα, το λειτουργικό κέντρο όλων των δασικών δραστηριοτήτων της περιοχής. Από τη θέση αυτή η θέα είναι πανοραμική: βλέπουμε τα χωριά Σίλλη και Πρασινάδα να δεσπόζουν πάνω από τη φιδωτή ροή του Αρκουδορέματος, ενώ στο βάθος διακρίνονται οι Βόρειες υπώρειες των ορεινών όγκων του Φαλακρού και του Παγγαίου.



Από το δασικό εργοτάξιο κατευθυνόμαστε τώρα προς το Μεγάλο Λιβάδι (γνωστό πιο πολύ με την παλιά του ονομασία «Ουλού γιαϊλά»). Για να φτάσουμε εκεί έχουμε δύο επιλογές:
α) Να συνεχίσουμε στον ίδιο δρόμο που ακολουθήσαμε ως εδώ και οδηγώντας σε Βόρεια κατεύθυνση να μπούμε στο Μεγάλο Λιβάδι. β) Να επιστρέψουμε στη διασταύρωση που βρίσκεται λίγες εκατοντάδες μέτρα πριν από το εργοτάξιο και να ακολουθήσουμε την ανατολική της διακλάδωση. Η διαδρομή είναι παράλληλη προς τη χαράδρα του Αρκουδορέματος και διατρέχει ένα τοπίο που συνεχώς αλλάζει. Τα δάση της οξιάς τα διαδέχονται μικτά δάση πλατύφυλλων, που δίνουν με τη σειρά τους τη θέση τους σε λιβάδια καταπράσινα, στα οποία ενδημούν ο κίτρινος αγριόκρινος της Ροδόπης και η βιόλα του Γκανιάτσα. Ύστερα μπαίνουμε πάλι σε μικτά δάση οξιάς και Πεύκης και καθώς συμπληρώνουμε δεκατέσσερα χιλιόμετρα από το εργοτάξιο του Λεπίδα, αρχίζουν να εμφανίζονται τα πρώτα δέντρα ερυθρελάτης με τα χαρακτηριστικά κρεμαστά τους κλαδιά.



Σ' αυτό το σημείο, δύο περίπου χιλιόμετρα πριν να μπούμε στο Μεγάλο Λιβάδι, ακούμε από το βάθος της ρεματιάς ήχο νερού που πέφτει από ψηλά. Ο ήχος προέρχεται από τον καταρράκτη του ρέματος Καμπά (γνωστό και ως καταρράκτη του Σκοτεινού ρέματος). Κοσμεί ένα τυπικά μεσευρωπαϊκό τοπίο με δέντρα θεόρατα, ερυθρελάτες, ελάτες και οξιές. Τα νερά του έχουν σμιλέψει το βράχο πάνω στον οποίο κυλούν με τρόπο θαυμαστό. Μονοπάτι που να οδηγεί στον καταρράκτη δεν υπάρχει και η πρόσβαση είναι σχετικά δύσκολη.Φτάνοντας κανείς στο Μεγάλο Λιβάδι (υψόμετρο 1400 μέτρα) αισθάνεται ότι βρίσκεται ζωντανός σε μια επίγεια γωνιά του παραδείσου.

Ιδίως την άνοιξη ή νωρίς το καλοκαίρι (Μάιο και Ιούνιο) η ομορφιά του τοπίου ξεπερνά κάθε περιγραφή. Οργασμός Βλάστησης, χρωμάτων, ήχων, οσμών... Αγριολούλουδα κάθε είδους (ανάμεσα τους και μερικά σπάνια, όπως οι δακτυλόριζες, τα θάλικτρα, τα πολύγονα, οι δρόσερες και τα εριοφόρια) δημιουργούν χρωματικές αποικίες μέσα στο εκτυφλωτικό πράσινο που μοιάζει με παχιά φλοκάτη. Συστάδες δασικής Πεύκης κλείνουν γύρω τριγύρω τον ορίζοντα και το γαλάζιο του ουρανού φαίνεται να χαμηλώνει... Ένα ρυάκι κρυστάλλινο (το ρέμα Καμπά), με όχθες τελείως επίπεδες, διασχίζει με συνεχείς μαινδρισμούς αθόρυβα το λιβάδι. Ζώα μικρά και μεγάλα συμπληρώνουν το θερινό σκηνικό κάνοντας το Μεγάλο Λιβάδι υπαρκτή εκδοχή κάποιου εξωπραγματικού Βουκολικού τοπίου, όπως αυτά που περιγράφει ο θεόκριτος στα Ειδύλλια...


Τρία χιλιόμετρα Βορειοανατολικώς του σημείου από όπου μπαίνουμε στο Μεγάλο Λιβάδι ο δρόμος μας φέρνει μέσα από δάση πεύκης σε έναν προστατευμένο ενεργό όξινο τυρφώνα. Πρόκειται για μια κοιλότητα, μικρής έκτασης και βάθους, με στάσιμο νερό που καλύπτεται από χαμηλή βλάστηση βρύων και άλλων φυτών.  Η συσσωρευμένη στο πέρασμα χιλιάδων ετών τύρφη αποτελεί για τους επιστήμονες δεξαμενή πληροφοριών σχετικών με την εξέλιξη της βλάστησης. Αυτός είναι και ο λόγος που η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει τους όξινους τυρφώνες σε καθεστώς προστασίας ως οικοτόπους προτεραιότητας.
Από τον τυρφώνα συνεχίζουμε το δρόμο μας με νότια κατεύθυνση και, αφού περάσουμε δίπλα από τις στάνες της περιοχής και διάφορες πηγές, επανερχόμαστε (μετά από δέκα χιλιόμετρα) στο εργοτάξιο του Λεπίδα έχοντας διαγράψει μια κυκλική διαδρομή.
Για την επιστροφή μας στο Παρανέστι μπορούμε όμως να ακολουθήσουμε και μία εναλλακτική διαδρομή.

Αντί να γυρίσουμε στο εργοτάξιο του Λεπίδα, τέσσερα χιλιόμετρα μετά τον τυρφώνα, στρίβουμε δεξιά και με κατεύθυνση δυτική περνάμε στο παραπλευρό δασικό σύμπλεγμα της Στάμνας (Μπαρτάκοβα).
Από εκεί μπορούμε να κατευθυνθούμε είτε προς την Πρασινάδα (νότια κατεύθυνση) είτε προς τον ασφαλτοστρωμένο επαρχιακό δρόμο (δυτική κατεύθυνση) που απέχει είκοσι πέντε χιλιόμετρα.
Και στις δύο περιπτώσεις η διαδρομή είναι μακρινή και χωρίς σήμανση αλλά εντυπωσιάζει με τις εναλλαγές του τοπίου της.


4η: Υ/Η Φράγμα θησαυρού - Περίβλεπτο - Σκήτη Αγίας Άννης - Τιχώτα

4η:  Υ/Η Φράγμα θησαυρού - Περίβλεπτο - Σκήτη Αγίας Άννης - ΤιχώταΑπό το Παρανέστι παίρνουμε το δρόμο για τη Δράμα. Μετά από δύο χιλιόμετρα η μεταλλική πινακίδα μας πληροφορεί: «Υδροηλεκτρικό Φράγμα   Θησαυρού» 22 χιλιόμετρα.
Η διαδρομή είναι παραποτάμια, ασφαλτοστρωμένη σε όλο της το μήκος και διατρέχει πλαγιές κατάφυτες από βελανιδιές, φράξους, γαύρους και οστριές. Κατά την πορεία μας περνούμε κάτω από τη στέψη του Φράγματος της Πλατανόβρυσης και στη συνέχεια, αφού διαβούμε ένα τούνελ και μια σιδερένια γέφυρα καταλήγουμε στο μεγαλύτερο φράγμα των Βαλκανίων.

Το Φράγμα του Θησαυρού είναι λιθόρριπτο, συνολικού όγκου 11 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων και ύψους 175 μέτρων. Η μέγιστη χρήσιμη ικανότητα αποθήκευσης του ταμιευτήρα του είναι 565.000.000 κυβικά μέτρα νερού. Η συλλεκτήρια λεκάνη του ποταμού Νέστου στη θέση του Θησαυρού είναι 3.698 τετραγωνικά χιλιόμετρα για τη ροή του ποταμού και 4263 τετραγωνικά χιλιόμετρα για τις πλημμύρες του ποταμού. Το υπόγειο εργοστάσιο είναι τοποθετημένο στο δεξιό αντέρεισμα σε βάθος 400 μέτρων. Λειτουργούν τρεις μονάδες των 100 μεγαβάτ η καθεμιά και η παραγόμενη ετήσια ενέργεια είναι 440 γιγαντοβατώρες.

Όσο εντυπωσιακά και αν είναι τα τεχνικά χαρακτηριστικά του φράγματος δεν μπορούν να συγκριθούν με την εντύπωση που προκαλεί ο ταμιευτήρας του Νέστου πίσω από το Φράγμα του θησαυρού. Καθώς η λίμνη που σχηματίζεται εκεί εκτείνεται κατά μήκος της παλιάς κοίτης του ποταμού επί πολλά χιλιόμετρα κάνει τον Νέστο να φαίνεται από ψηλά σαν ένα τεράστιο πλωτό ποτάμι! Τα νερά του αλλού εισχωρούν βαθιά στις χαράδρες των παραποτάμων του και αλλού αφήνουν κατάφυτες γλώσσες γης να διεισδύουν στα νερά δημιουργώντας ένα είδος μικρών φιόρδ. Παρά τις δίκαιες, ενδεχομένως, ενστάσεις των οικολόγων, το θέαμα είναι χωρίς αμφιβολία εκπληκτικό.

Κατά την επιστροφή μας μπορούμε να επισκεφθούμε κατά βούληση ένα ή περισσότερα από τα ορεινά χωριά του Δήμου Παρανεστίου, το Πολύσυκο (με τους ελάχιστους πια κατοίκους του), το Μελισσοχώρι (χτισμένο σε υψόμετρο 700 μέτρων), το Μικροχώρι (σε υψόμετρο 530 μέτρων), το Περίβλεπτο ή την Τιχώτα. Όλα τα χωριά κατοικούνται πλέον σήμερα περιστασιακά μόνο από κτηνοτρόφους. Ωστόσο, με το εθνικό οδικό δίκτυο τα συνδέουν δρόμοι βατοί και ασφαλτοστρωμένοι.

Αν επιλέξουμε μια διαδρομή που να περνά μέσα από τα πλούσια δασικά συμπλέγματα της περιοχής, θα κατευθυνθούμε προς το Περίβλεπτο, όπου φτάνουμε με τη βοήθεια της σήμανσης εφτά χιλιόμετρα από το σημείο που εγκαταλείπουμε το εθνικό δίκτυο. Σε υψόμετρο 660 μέτρων βλέπουμε σπίτια πετρόχτιστα, μισογκρεμισμένα, και ετοιμόρροπες κεραμοσκεπές. Η φύση αναπληρώνει το κενό της ανθρώπινης παρουσίας.

Αν διαθέτουμε τετρακίνηση, μπορούμε από το Περίβλεπτο να συνεχίσουμε προς την Τιχώτα κάνοντας χρήση δασικού δικτύου. Στο δρόμο μας συναντούμε τη Σκήτη της Αγίας Άννης, ένα μικρό μοναστηράκι στο μέσον του πουθενά. Ο γέροντας που το ίδρυσε «εκοιμήθη» πριν από μερικά χρόνια και την άσκηση συνεχίζει τώρα εκεί ένας νεότερος Αγιορείτης μοναχός. Συχνά απουσιάζει στο Όρος. Όταν δεν είναι εκεί ο ίδιος να μας υποδεχτεί, μας υποδέχεται με απέραντη χαρά άντ’ αυτού ο τεράστιος αλλά ιδιαίτερα φιλικός σκύλος του μοναστηριού.

Συνεχίζοντας τη διαδρομή μας παίρνουμε το δεξιό σκέλος του δρόμου, ο οποίος μετά από πέντε περίπου χιλιόμετρα θα μας φέρει μέσα από πυκνά δρυοδάση στη θέση του παλιού οικισμού Τιχώτα (υψόμετρο 680 μέτρα). Τα σπίτια του χωριού διασώζουν κάτι από την παλιά αίγλη του οικισμού. Ένα αρχοντικό στην άκρη του χωριού, κάτω από μια πανύψηλη κερασιά, αγναντεύει το Φαλακρό και τη λίμνη του Νέστου. Λίγο παραπάνω, σε μια πλαγιά, το μουσουλμανικό νεκροταφείο με την έκταση και τον αριθμό των τάφων του δείχνει ότι το χωριό κατοικήθηκε επί γενεές γενεών. Την άνοιξη, ανάμεσα στα μνήματα, οι ορχιδέες δίνουν ρεσιτάλ... Το καλοκαίρι το χωριό αποκτά «μόνιμο» πληθυσμό, τον οποίο αποτελούν ένας κτηνοτρόφος και τα ζώα του...
Επιστρέφουμε στο Παρανέστι για μια ευωχία, με την οποία θα ολοκληρώσουμε τις απολαυστικές εμπειρίες μιας αξέχαστης μέρας!

5η: Παρθένο Δάσος Φρακτού - Καταρράχτες Αχλαδορέματος - Αχλαδοχώρι

5η: Παρθένο Δάσος Φρακτού - Καταρράχτες Αχλαδορέματος - ΑχλαδοχώριΜε αφετηρία το Παρανέστι κατευθυνόμαστε προς τα Βόρεια, προς το εργοστάσιο της Πορσέλ.
Μετά από ένα περίπου χιλιόμετρο διασχίζουμε τη γέφυρα του Αρκουδορέματος και κατευθυνόμαστε προς το Φράγμα της Πλατανόβρυσης και τις Ιαματικές Πηγές των Θερμιών.

Στη διαδρομή μας έχουμε την ευκαιρία να θαυμάσουμε τη λίμνη που σχηματίζουν τα νερά του Διαβολορέματος πίσω από το Φράγμα της Πλατανόβρυσης.  Τα νερά της λίμνης αυτής έχουν κατακλύσει κατάφυτες, άλλοτε, βουνοπλαγιές και ανθρώπινες κατασκευές, αφήνοντας πού και πού να ξεπροβάλουν μερικές απολήξεις που μας υπενθυμίζουν πώς ήταν το τοπίο πριν να κατασκευαστούν τα φράγματα.

Προσπερνάμε το παλιό δασικό εργοτάξιο της Ζαρκάδιας και ακολουθούμε την κατεύθυνση του ΔιαΒολορέματος. Μετά από εφτά χιλιόμετρα φτάνουμε στη γέφυρα του Φαρασινού, μια στιβαρή σύγχρονη γέφυρα που υστερεί όμως σημαντικά από άποψη αισθητικής σε σχέση με τις παραδοσιακές μονότοξες γέφυρες της περιοχής, οι οποίες έχουν πλέον ενταχθεί εντελώς στο φυσικό τους περιβάλλον.

Ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος συνεχίζεται για τέσσερα ακόμη χιλιόμετρα και φτάνει ως τα Θερμιά, γνωστά για τις θειούχες ιαματικές πηγές τους. Από εδώ και πέρα μπαίνουμε σε χωματόδρομο. Οδηγούμε στο χωματόδρομο για έξι χιλιόμετρα και φτάνουμε σε μια διασταύρωση (την αποκαλούμενη «Ζήτα»).

Από το Ζήτα το αριστερό σκέλος του δρόμου οδηγεί στο Δάσος της Ελατιάς (Καράντερε). Εμείς ακολουθούμε το δεξιό σκέλος με προορισμό το Δάσος του Φρακτού. Από αυτό το σημείο και πέρα το τοπίο αρχίζει να αλλάζει τα δρυοδάση παραχωρούν σταδιακά τη θέση τους σε δάση μαύρης Πεύκης, τα οποία μας παρακολουθούν σχεδόν μέχρι τη θέση «Αυχένα» του Δάσους του Φρακτού, στην οποία φτάνουμε ύστερα από δεκατρία περίπου χιλιόμετρα. Από τον Αυχένα βλέπουμε προς το Νότο τις βουνογραμμές να απλώνονται μπροστά μας σε επάλληλα κύματα. Όλη αυτή η διαδρομή, αν γίνει προς το τέλος της άνοιξης ή τις αρχές του θέρους, είναι απολαυστική. Ο αέρας κατακλύζεται από άρωμα αγριοφράουλας, αγιοκλήματος και αγριοτριανταφυλλιάς. Νωρίς το πρωί στο δρόμο αυτό, δίπλα στα δέντρα, ορεινές πέρδικες αναζητούν τροφή, ενώ πιο χαμηλά μέσα στη χαράδρα βόσκουν ζαρκάδια, έτοιμα να εξαφανιστούν στον πρώτο θόρυβο που θα ταράξει την ησυχία τους...

Έχουμε ήδη φτάσει στην πιο μυθική γωνιά της Παρανέστιας Γης, στην περιοχή του Φρακτού, λίγα μόνο χιλιόμετρα από το περίφημο Παρθένο Δάσος. Δεν είναι απλώς το μοναδικό παρθένο δάσος στη χώρα μας αλλά και το σημαντικότερο του είδους του στην Ευρώπη. Η έκταση του είναι 5.892 στρέμματα. «Διατηρητέο Μνημείο της Φύσης» κηρύχθηκε σχετικά αργά, μόλις το 1980, λόγω της τεράστιας    φυτογεωγραφικής και οικολογικής του μοναδικότητας.
Έκτοτε βρίσκεται σε καθεστώς απόλυτης προστασίας, πράγμα που σημαίνει ότι δεν επιτρέπεται σ' αυτό καμία απολύτως ανθρώπινη δραστηριότητα εκτός από την επιστημονική έρευνα (και αυτή υπό αυστηρότατους όρους).

Επειδή η επίσκεψη στο Δάσος του Φρακτού — εκτός, εννοείται, των ορίων του Παρθένου Δάσους— είναι ελεγχόμενη, γι' αυτό πρέπει να γνωρίζουμε ότι απαιτείται προηγουμένου άδεια από το Δασαρχείο Δράμας, το οποίο μπορεί επίσης να μας επιτρέψει να φιλοξενηθούμε στις εγκαταστάσεις του δασικού εργοταξίου. Αυτό ισχύει για την περίοδο από 1 Ιουλίου έως 30 Νοεμβρίου. Είτε φιλοξενηθούμε στο εργοτάξιο είτε όχι, ο καλύτερος τρόπος για να σχηματίσουμε μια καλή εικόνα για το Δάσος του Φρακτού είναι να κινηθούμε προς τους καταρράκτες του Αχλαδορέματος και την περιοχή του Αχλαδοχωρίου (Κρουσόβου).
Για τους πεζοπόρους υπάρχει η δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν ένα μονοπάτι με καλή σήμανση που μειώνει τη διαδρομή σχεδόν στο μισό. Πεζοπορούμε επί τρία χιλιόμετρα μέσα από δάση πεύκης, σημύδας και οξιάς μέχρι το Τζάκι ρέμα, όπου το μονοπάτι συναντά το δρόμο. Λίγα μέτρα παρακάτω ακούμε τον ήχο ενός μικρού καταρράχτη που κρύβεται πίσω από μεγαλόσωμες πυκνόφυλλες οξιές.

Συνεχίζουμε την πορεία μας προς το Αχλαδόρεμα. Έχουμε δύο επιλογές:
- Η μία είναι να ακολουθήσουμε το μονοπάτι που οδηγεί από το Τζάκι ρέμα στα ερείπια του Αχλαδοχωρίου και τους καταρράχτες του Αχλαδορέματος. Η διαδρομή είναι κουραστική, αποζημιώνει όμως με τις εναλλαγές και τη θέα της τον πεζοπόρο.
- Η δεύτερη επιλογή είναι να συνεχίσουμε την πορεία επί του δασικού δρόμου και, αφού περάσουμε το Αχλαδόρεμα, να αναζητήσουμε λίγα μέτρα πιο πάνω το μονοπάτι που οδηγεί στους τρεις καταρράκτες. Στα τριακόσια μέτρα συναντούμε τον πρώτο. Είναι στην πραγματικότητα μια μικρή κατάπτωση. Στο δεύτερο καταρράκτη φτάνουμε ανηφορίζοντας το μονοπάτι ανάμεσα σε οξιές. Το τοπίο είναι βαθύσκιωτο και γαλήνιο. Ένας ίταμος έχει φυτρώσει εκεί που τελειώνει το μονοπάτι καταμεσίς στο ρέμα. Αγριόγιδα κατεβαίνουν εδώ πότε πότε για να πιουν νερό... Ο εντυπωσιακότερος από τους καταρράκτες του Αχλαδορέματος είναι ο τρίτος, αυτός που βρίσκεται κοντά στις νότιες παρυφές του Παρθένου Δάσους. Μια πινακίδα μας προειδοποιεί ότι η προσέγγιση του είναι δύσκολη. Πράγματι, το μονοπάτι είναι ανηφορικό και επίπονο και διασχίζει επικλινεις λιθοσωρούς (σάρρες).
Στην άκρη της απέναντι πλαγιάς μας περιμένει ο μεγαλύτερος καταρράκτης του Φρακτού, τον οποίο μπορούμε να θαυμάσουμε μόνο από απόσταση. Τα νερά του πέφτουν στα βράχια που οι κλιμακώσείς τους διασπούν τη ροή δημιουργώντας διαδοχικές επαναλήψεις ιδιαιτέρως εντυπωσιακές.

Όλη η διαδρομή είναι μια σπάνια εμπειρία!
Για να φτάσουμε στα ερείπια του Αχλαδοχωρίου, επιστρέφουμε στην αρχή της πεζοπορικής μας διαδρομής και προχωρούμε για τρία χιλιόμετρα επί του δασικού δρόμου. Όπως και αν κινηθούμε, η διαδρομή είναι καταπληκτική. Μας περιμένουν βράχια γυμνά που μοιάζουν με μορφές που απολιθώθηκαν στη διάρκεια μιας χορευτικής τους φιγούρας. Οι κορυφές τους αγγίζουν τα σύννεφα. Οι ρίζες τους χάνονται μέσα στα πυκνά δάση. Πιο πάνω υπάρχουν και άλλοι καταρράκτες.

Στην πραγματικότητα, η εξερεύνηση της περιοχής του Φρακτού δεν τελειώνει ποτέ!
Γενικά, τη μορφή της περιοχής την υπαγορεύει η εποχή. Την άνοιξη τα νερά τρέχουν από παντού γεμίζοντας με τον ήχο τους το χώρο. Το καλοκαίρι το πράσινο κυριαρχεί και η ζωή σφύζει. Το φθινόπωρο, με τις απίθανες χρωματικές του ανατροπές, κάνει το τοπίο να πάλλεται. Στα ξέφωτα που περιβάλλουν το έρημο χωριό γερασμένες κερασιές, κορομηλιές, μισοξεραμένες μηλιές, σορβιές και αχλαδιές, δέντρα που έθρεψαν ανθρώπους στο παρελθόν, αφήνουν τώρα τον καρπό τους να... λάφυραγωγείται από πεινασμένα αγριογούρουνα και αρκούδες.
Και αν καθυστερήσουμε την επιστροφή μας ως το δειλινό και μπορέσουμε να απολαύσουμε στο Φρακτό τις ώρες του λυκόφωτος και της δύσης, θα πάρουμε το δρόμο της επιστροφής έχοντας εγγράψει στη μνήμη μας εικόνες που δε θα τις ξεχάσουμε ποτέ!